Πέμπτη, 20 Μαρτίου 2008

Μόνο Νότια (5)

...έστρεψα το βλέμμα στα θεόπατα κλουβιά που διαδέχονταν το ένα το άλλο καπνισμένα απο τη γκρίζα ομίχλη που σωρευόταν απαθής και βαριά πάνω απο τα κεφάλια και τις ψυχές των ενοίκων τους, δηλητήριο που παρασκεύασε ο άλογος εμπαιγμός του ειδυλλίου που κάποιες μακρινές εποχές είχε τραφεί και συντηρηθεί απο ανθρώπους που περιδιάβαιναν πεζοί τούτες τις διαδρομές.
Αναζητούσα ένα απομεινάρι των εποχών εκείνων, καθρεφτισμένο ίσως στο βλέμμα κάποιου συνεπιβάτη μου με τη μορφή της χαύνωσης που υφαίνει η νοσταλγική διάθεση ή παγιδευμένο ανάμεσα σε γειτονικά κλουβιά, ένα ταπεινό, ερειπωμένο και ετοιμόρροπο κτίσμα που αντιστέκεται και περιμένει με αξιοπρέπεια τον επιθανάτιο σπασμό του περήφανο μέσα στη χάρη των κυματιστών του γραμμών, απρόσβλητο απο την αποφορά του βρώμικου χνώτου της μεταλλαγμένης πολιτείας που σφίγγει μέρα με τη μέρα τον κλοιό της γύρω του με την αδηφάγο διάθεση μιας σαρκοβόρας και κακάσχημης φιγούρας που κάποτε υπήρξε όμορφη γυναίκα, αλλά τώρα γύρισε να στραγγαλίσει το βιαστή της τρώγοντας τα υπολείμματα της πρωτινής της σάρκας και μαζί μ΄ αυτά και την ψυχή του υπαίτιου της μεταμόρφωσής της.
Αντηχούσε το ειρωνικό της γέλιο ξεπηδώντας απο τα σπλάχνα της τα οργωμένα απο την ορμή του δηλητηριασμένου αίματος που διέβρωνε τις αρτηρίες της και κατάτρωγε την αλλοτινή της φρεσκάδα, ξεπηδούσε πρόστυχο, ανάκατο με την οχλοβοή και τον πανικό που διέτρεχε το κορμί της και το σκέβρωνε. Μα κάπου-κάπου, να, συνταρασσότανε απο κάτι σπασμούς που τους γεννούσε ένα κρυφό παράπονο που σιγά-σιγά μέστωνε και παραμέριζε το γέλιο το ειρωνικό, ξεσπώντας τέλος σε λυγμούς σαν παιδί πληγωμένο απο το αδέξιο χέρι του γονιού του...